Σάββατο, 3 Δεκεμβρίου 2016

Ο Νίκος Καββαδίας δεν είναι ο εγωκεντρικός περιηγητής που αντιπαρατίθεται ατομικά στον κόσμο και τον ερευνά για να γνωρίσει τον εαυτό του. Ο κόσμος είναι γοητευτικός γιατί υπάρχουν οι άνθρωποι –η μεγάλη ανθρωπότητα, το εξελιγμένο αυτό κομμάτι της φύσης που αγωνίζεται ενάντια στη φύση και δημιουργεί τη ζωή και το πνεύμα. Παλεύει και ματώνει και νοσταλγεί, αλλά δε φεύγει ποτέ από τον αγώνα, γιατί αυτός είναι πάθος δυνατό σαν τη μοίρα.
Έτσι, μέσα στο Πούσι του Καββαδία, το ανθρώπινο τοπίο είναι στο πρώτο πλάνο και το φυσικό τοπίο στο πλαίσιο. Κι εκεί ακόμα που λείπει ο άνθρωπος, το κύριο βάρος το παίρνουν τα έργα του, τα καράβια κι οι μηχανές, τα παράξενα φανάρια των θαλασσών, τα μυστηριώδη λιμάνια κι ακόμα και τα ζώα, οι παπαγάλοι κι οι πίθηκοι μπαίνουν κι αυτοί στο ανθρώπινο κλίμα κι έρχονται συντροφικά να παρηγορήσουν τον άνθρωπο στη μοναξιά του, όταν κλεισμένος στο κήτος του καραβιού κουμαντάρει τη μηχανή και το κύμα, μικρός Θεός που καταχτά την απόσταση πασαλειμένος ψαρόλαδο και κατράμι. Πόσο το νιώθει κανείς διαβάζοντας την ποίηση του Καββαδία, πως είναι απότολμο πράμα να μιλάς για τον άνθρωπο πριν γνωρίσεις καλά τη γη που τον φτιάνει! Το ταξίδι είναι πάντα η πιο βέβαιη πηγή της σοφίας.
Τη γης αυτή που ʼναι γεμάτη δυστυχία και ομορφιά, ο ποιητής την ανακαλύπτει κάθε στιγμή μέσα από το πούσι του μυστηρίου της και την αγαπά γιατί μπορεί να την υποτάζει. Τα οράματά του είναι γήινα και γι’ αυτό είναι βέβαια και μεγάλα, γιατί η γης είναι το πραγματικότερο ανθρώπινο περιβάλλον κι είναι στα μέτρα του ανθρώπου από τη στιγμή που ο άνθρωπος μπορεί να κινιέται και να φαντάζεται.
Ασημάκης Πανσέληνος, Ελεύθερα Γράμματα, τχ. 61/1946, σ. 61.
ΜΑΡΤΥΡΙΑ
Δε γνώριζα ακόμα το έργο του Καζαντζάκη. Από την πρώτη ημέρα βυθίστηκα μέσα του και το διάβασα όλο, χωρίς ανάσα. Ο μεγάλος συγγραφέας με φέρνει σε ένα μαγικό σύμπαν, όπου ο άνθρωπος, σκόνη των άστρων, συνεχίζει με το ίδιο πάθος τον αγώνα του με τον εαυτό του και με το Θεό. «Οι Αδερφοφάδες», «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», η δική του ποιητική εκδοχή της «Οδύσσειας». Όποιος αρχίζει να διαβάζει τον Καζαντζάκη δεν μπορεί να σταματήσει… Η τύχη –και όχι το επαγγελματικό καθήκον- με φέρνει στην Κυανή Ακτή. «Καλύπτω» το Φεστιβάλ των Καννών. Γιατί να μην επισκεφθώ το συγγραφέα που γνωρίζω τώρα πια τόσο καλά χωρίς να τον έχω συναντήσει ποτέ; Μαθαίνω τη διεύθυνσή του στην Αντίμπ. Χτυπάω την πόρτα. Μου ανοίγει ο ίδιος. «Τι θέλετε;» Απαντώ: «Τίποτα». Μου κλείνει την πόρτα κατάμουτρα, την ξανανοίγει: «Ελάτε μέσα». Με οδηγεί στον καναπέ, κοντά στο παράθυρο. Του λέω ότι είμαι δημοσιογράφος. «Τι θέλετε να μάθετε;» Να του πω ότι τα ξέρω όλα; Απαντώ: «Τίποτα». Τότε, αδιόρατα, το κεφάλι του πλησιάζει το δικό μου· τα μέτωπά μας ακουμπούν σχεδόν. Και πολύ σιγανά, ψιθυριστά, λέει: «Τη γνωρίζετε, έ;» (Πρόκειται για την ποιήτρια Rachel Lipstein-Minc που είχε μια ερωτική ιστορία με τον Καζαντζάκη).
Elie Wiesel, Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης

«Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ‘ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»
-Νίκος Καζαντζάκης.
Εχθές στο τσίρκο εχόρεψε κάποια μικρή χορεύτρια,
ωραία, μες στην τζεργκέρζικη, πολεμική στολή της,
κι όλοι με λάγνα, λαμπερά την εκοιτούσαν μάτια,
κι όλοι με κρύφια επιθυμιά ποθούσαν το φιλί της.
Χορεύοντας τραγούδαγε κάποιο γλυκό τραγούδι,
σε ξένη γλώσσα, που έλεγε για μακρινές πατρίδες,
για δέντρα, για ψηλά βουνά, για βρύσες κρουσταλλένιες,
και για Αμαζόνων πόλεμους, για θρύλους, για ηρωίδες.
Και χόρευε με ρυθμικές κι ανάλαφρες κινήσεις,
σαν το λουλούδι ετάνιζε τη λυγερή της μέση,
ορθώνοντας τα δάχτυλα, ύψωνε το κορμί της,
κι ύστερα πάλι ελύγιζε, σαν να ’θελε να πέσει.
Και το τραγούδι ετέλειωσε, κι έπαψε τον χορό της,
όμως κανείς δεν τόλμησε τα χέρια να χτυπήσει,
όλοι άφωνοι κοιτάζανε τα κόκκινά της χείλη,
όπου θριάμβου πρόσκαιρου χαμόγελο είχε ανθίσει.
Μα τη στιγμή που αλάλαξαν απ’ τη συγκίνησή τους,
σαν όλους κάποια μυστική φωνή να τους οδηγεί,
η όμορφη χορεύτρια, με τα βαμμένα χείλη, κάνοντας μιαν απότομη στροφή είχε πια φύγει.
-Νίκος Καββαδίας.
Αν ο Φιντέλ Κάστρο διάβαζε Νίκο Καζαντζάκη,τοτε σίγουρα αυτό που τον ενέπνευσε και τον οδηγήσε να παλέψει για τις αξίες της ελευθερίας και της ισότητας είναι η φράση «Δεν ελπίζω τίποτα, δεν φοβούμαι τίποτα, είμαι λέφτερος»


Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

…Χρέος έχεις και μπορείς στο δικό σου τον τομέα να γίνεις ήρωας. Αγάπα τον κίντυνο. Τι είναι το πιο δύσκολο; Αυτό θέλω!
Ποιο δρόμο να πάρεις; Τον πιο κακοτράχαλον ανήφορο. Αυτόν παίρνω κι εγώ ακλούθα μου!
Να μάθεις να υπακούς. Μονάχα όποιος υπακούει σε ανώτερο του ρυθμό είναι λεύτερος.
Να μάθεις να προστάζεις. Μονάχα όποιος μπορεί να προστάζει είναι αντιπρόσωπος μου απάνω στη γης ετούτη.
Ν’ αγαπάς την ευθύνη. Να λες:
Εγώ, εγώ μονάχος μου έχω χρέος να σώσω τη γης. Αν δε σωθεί, εγώ φταίω.
Ν’ αγαπάς τον καθένα ανάλογα με τη συνεισφορά του στον αγώνα. Μη ζητάς φίλους να ζητάς συντρόφους! …